αρρωσταίνω

αρρωσταίνω
αρρωστάω (αόρ. αρρώστησα) 1. αμετ.
1) болеть, заболевать; 2) перен. болеть, страдать, грустить; 2. μετ. 1) делать больным, вызывать заболевание; 2) портить настроение; изводить, мучить

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "αρρωσταίνω" в других словарях:

  • αρρωσταίνω — αρρωσταίνω, αρρώστησα, αρρωστημένος βλ. πίν. 50 Σημειώσεις: αρρωσταίνω : η μτχ. αρρωστημένος χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο (→ νοσηρός) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αρρωσταίνω — και αρρωστάω και αρρωστώ ησα, ημένος, αμτβ. 1. ασθενώ: Ως τα σήμερα δεν αρρώστησα ποτέ. 2. στενοχωρούμαι, υποφέρω: Όταν αντικρίζω αυτόν τον άνθρωπο, αρρωσταίνω. 3. μτβ., προκαλώ αρρώστια, στενοχώρια: Αυτός ο καιρός θα μας αρρωστήσει όλους. – Μ… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αρρωσταίνω — είμαι άρρωστος ή γίνομαι άρρωστος. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. του ρ. αρρωστώ κατά τα ρ. σε αίνω*] …   Dictionary of Greek

  • διπλαρρωσταίνω — και διπλαρρωστώ ( άω) 1. αρρωσταίνω για δεύτερη φορά, παθαίνω υποτροπή 2. αρρωσταίνω δύο φορές …   Dictionary of Greek

  • προσαρρωστώ — έω, Α αρρωσταίνω περισσότερο. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀρρωστῶ «αρρωσταίνω»] …   Dictionary of Greek

  • συναρρωστώ — έω, Α 1. αρρωσταίνω ή είμαι άρρωστος ταυτόχρονα με άλλον 2. μτφ. υποφέρω ψυχικά μαζί με άλλον, συμπάσχω. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἀρρωστῶ «αρρωσταίνω» (< ἄρρωστος)] …   Dictionary of Greek

  • συνασθενώ — έω, Μ 1. αρρωσταίνω ταυτόχρονα με άλλον 2. μτφ. (για τους πιστούς που ανήκουν στο σώμα τής Εκκλησίας) συμπάσχω, συμμετέχω στον πόνο τού συνανθρώπου μου. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἀσθενῶ «αρρωσταίνω, είμαι αδύνατος» (< ἀσθενής)] …   Dictionary of Greek

  • Liste unregelmäßiger Verben im Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben des Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben im Neugriechischen — sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden. Inhaltsverzeichnis 1 Vorbemerkungen und Statistik 2… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige neugriechische Verben — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»